effectiveness
e
ɪ
i
ffec
ˈfɛk
fek
tive
tɪv
tiv
ness
nɪs
nis

Ορισμός και σημασία του "effectiveness"στα αγγλικά

01

αποτελεσματικότητα, αποδοτικότητα

the quality of yielding the desired result 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The effectiveness of the new marketing campaign was evident in the significant increase in sales. 

Η αποτελεσματικότητα της νέας καμπάνιας μάρκετινγκ ήταν εμφανής στη σημαντική αύξηση των πωλήσεων.

02

αποτελεσματικότητα, αποδοτικότητα

the capacity of a substance, treatment, or intervention to produce strong physiological, chemical, or functional effects 
Παραδείγματα
The effectiveness of the drug was confirmed in clinical trials. 

Η αποτελεσματικότητα του φαρμάκου επιβεβαιώθηκε σε κλινικές δοκιμές.

Λεξικό Δέντρο

ineffectiveness
effectiveness
effective
effect
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store