effectively
e
ɪ
ι
ffec
ˈfɛk
φεκ
tive
tɪv
τιβ
ly
li
λι
/ɪˈfɛktɪvli/

Ορισμός και σημασία του "effectively"στα αγγλικά

effectively
01

αποτελεσματικά, με αποτελεσματικό τρόπο

in a way that results in the desired outcome
effectively definition and meaning
Παραδείγματα
The medication effectively alleviated the patient's symptoms, leading to a quick recovery.
Το φάρμακο αποτελεσματικά ανακούφισε τα συμπτώματα του ασθενούς, οδηγώντας σε γρήγορη ανάρρωση.
02

αποτελεσματικά

in truth and practice even though not clearly stated
Παραδείγματα
The two brands merged, effectively becoming one company.
Οι δύο μάρκες συγχωνεύτηκαν, αποτελεσματικά γίνοντας μία εταιρεία.

Λεξικό Δέντρο

ineffectively
effectively
effective
effect
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store