eased
eased
izd
ιζντ
/ˈiːzd/

Ορισμός και σημασία του "eased"στα αγγλικά

01

ελαφρυμένος, κατευνασμένος

made less severe, intense, or painful
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most eased
συγκριτικός βαθμός
more eased
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The eased transition into the new role was facilitated by comprehensive training and support.
Η διευκολυνόμενη μετάβαση στον νέο ρόλο διευκολύνθηκε από ολοκληρωμένη εκπαίδευση και υποστήριξη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store