Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Dysentery
01
δυσεντερία, αιματηρή διάρροια
an infection in one's intestines that causes severe diarrhea containing blood or mucus
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
LanGeek



























