Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
dynamic
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most dynamic
συγκριτικός βαθμός
more dynamic
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
With his dynamic personality, he brings enthusiasm and energy to every situation.
Με την δυναμική του προσωπικότητα, φέρνει ενθουσιασμό και ενέργεια σε κάθε κατάσταση.
02
ενεργητικός, δυναμικός
marked by forceful action or effectiveness
Παραδείγματα
The company adopted a dynamic strategy to increase market share.
Η εταιρεία υιοθέτησε μια δυναμική στρατηγική για να αυξήσει το μερίδιο αγοράς της.
03
δυναμικός, ενεργητικός
expressing action rather than a state, as in verbs or participial adjectives
Παραδείγματα
Participial adjectives can convey dynamic qualities.
Τα μετοχικά επίθετα μπορούν να μεταφέρουν δυναμικές ιδιότητες.
04
δυναμικός, κινητικός
relating to the study of forces and motion
Παραδείγματα
The engineer studied dynamic effects on the bridge.
Ο μηχανικός μελέτησε τις δυναμικές επιδράσεις στη γέφυρα.
05
δυναμικός, σε συνεχή εξέλιξη
characterized by continuous and often rapid change or progress
Παραδείγματα
The technology industry is highly dynamic, with new innovations and updates emerging almost daily.
Η βιομηχανία της τεχνολογίας είναι εξαιρετικά δυναμική, με νέες καινοτομίες και ενημερώσεις να εμφανίζονται σχεδόν καθημερινά.
Dynamic
01
κινητήριος δύναμη, κινητήρας
a motivating force or factor that stimulates activity or progress
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
dynamics
Παραδείγματα
Innovation acted as the main dynamic behind the company's growth.
Η καινοτομία ενεργούσε ως η κύρια δυναμική πίσω από την ανάπτυξη της εταιρείας.
Λεξικό Δέντρο
dynamite
undynamic
dynamic
dynam



























