dynamic
dy
daɪ
dai
na
ˈnæ
mic
mɪk
mik
ceramicagamicapogamicexogamic

Ορισμός και σημασία του "dynamic"στα αγγλικά

01

ενεργητικός, δυναμικός

having a lot of energy 
dynamic definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most dynamic
συγκριτικός βαθμός
more dynamic
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
With his dynamic personality, he brings enthusiasm and energy to every situation. 

Με την δυναμική του προσωπικότητα, φέρνει ενθουσιασμό και ενέργεια σε κάθε κατάσταση.

02

ενεργητικός, δυναμικός

marked by forceful action or effectiveness 
Παραδείγματα
The company adopted a dynamic strategy to increase market share. 

Η εταιρεία υιοθέτησε μια δυναμική στρατηγική για να αυξήσει το μερίδιο αγοράς της.

03

δυναμικός, ενεργητικός

expressing action rather than a state, as in verbs or participial adjectives 
Παραδείγματα
Participial adjectives can convey dynamic qualities. 

Τα μετοχικά επίθετα μπορούν να μεταφέρουν δυναμικές ιδιότητες.

04

δυναμικός, κινητικός

relating to the study of forces and motion 
Παραδείγματα
The engineer studied dynamic effects on the bridge. 

Ο μηχανικός μελέτησε τις δυναμικές επιδράσεις στη γέφυρα.

05

δυναμικός, σε συνεχή εξέλιξη

characterized by continuous and often rapid change or progress 
Παραδείγματα
The technology industry is highly dynamic, with new innovations and updates emerging almost daily. 

Η βιομηχανία της τεχνολογίας είναι εξαιρετικά δυναμική, με νέες καινοτομίες και ενημερώσεις να εμφανίζονται σχεδόν καθημερινά.

01

κινητήριος δύναμη, κινητήρας

a motivating force or factor that stimulates activity or progress 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
dynamics
Παραδείγματα
Innovation acted as the main dynamic behind the company's growth. 

Η καινοτομία ενεργούσε ως η κύρια δυναμική πίσω από την ανάπτυξη της εταιρείας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store