dynamic
dy
daɪ
νται
na
ˈnæ
ναι
mic
mɪk
μικ
/da‍ɪnˈæmɪk/

Ορισμός και σημασία του "dynamic"στα αγγλικά

01

ενεργητικός, δυναμικός

having a lot of energy
dynamic definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most dynamic
συγκριτικός βαθμός
more dynamic
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The dynamic atmosphere at the concert energized the crowd, creating an unforgettable experience.
Η δυναμική ατμόσφαιρα στη συναυλία ενέπνευσε το πλήθος, δημιουργώντας μια αξέχαστη εμπειρία.
02

ενεργητικός, δυναμικός

marked by forceful action or effectiveness
Παραδείγματα
The project advanced under dynamic management.
Το έργο προχώρησε υπό δυναμική διαχείριση.
03

δυναμικός, ενεργητικός

expressing action rather than a state, as in verbs or participial adjectives
Παραδείγματα
" Jumping " is a dynamic participial adjective.
«Jumping» είναι ένα δυναμικό μετοχικό επίθετο.
04

δυναμικός, κινητικός

relating to the study of forces and motion
Παραδείγματα
Students performed experiments in dynamic mechanics.
Οι μαθητές πραγματοποίησαν πειράματα σε δυναμική μηχανική.
05

δυναμικός, σε συνεχή εξέλιξη

characterized by continuous and often rapid change or progress
Παραδείγματα
Startups thrive in dynamic markets where they can quickly adapt to changing consumer needs.
Οι νεοφυείς επιχειρήσεις ευδοκιμούν σε δυναμικές αγορές όπου μπορούν να προσαρμοστούν γρήγορα στις μεταβαλλόμενες ανάγκες των καταναλωτών.
01

κινητήριος δύναμη, κινητήρας

a motivating force or factor that stimulates activity or progress
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
dynamics
Παραδείγματα
The new policy introduced a positive dynamic in the organization.
Η νέα πολιτική εισήγαγε μια θετική δυναμική στον οργανισμό.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store