Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Dwelling
01
κατοικία, κατάλυμα
a place for living in, such as a house, apartment, etc.
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
dwellings
Παραδείγματα
The law requires every new dwelling to meet specific energy efficiency standards.
Ο νόμος απαιτεί κάθε νέα κατοικία να πληροί συγκεκριμένα πρότυπα ενεργειακής απόδοσης.
Λεξικό Δέντρο
dwelling
dwell



























