dwelling
Pronunciation
/ˈdwɛɫɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "dwelling"στα αγγλικά

01

κατοικία, κατάλυμα

a place for living in, such as a house, apartment, etc.
dwelling definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
dwellings
Παραδείγματα
The law requires every new dwelling to meet specific energy efficiency standards.
Ο νόμος απαιτεί κάθε νέα κατοικία να πληροί συγκεκριμένα πρότυπα ενεργειακής απόδοσης.

Λεξικό Δέντρο

dwelling
dwell
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store