dwelling
dwe
ˈdwɛ
dve
lling
lɪng
ling
smellingspellingswellingshelling

Ορισμός και σημασία του "dwelling"στα αγγλικά

01

κατοικία, κατάλυμα

a place for living in, such as a house, apartment, etc. 
dwelling definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
dwellings
Παραδείγματα
The old stone dwelling at the edge of the village has stood for over a century. 

Το παλιό πέτρινο κατοικία στην άκρη του χωριού έχει στέκεται για πάνω από έναν αιώνα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

dwelling
dwell
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store