Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Dweller
01
κάτοικος, κατοικητής
a person or animal that resides in a particular place or habitat
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
dwellers
Παραδείγματα
The cave dweller left behind ancient tools and artifacts.
Ο κάτοικος του σπηλαίου άφησε πίσω του αρχαία εργαλεία και αντικείμενα.
Λεξικό Δέντρο
indweller
dweller
dwell



























