Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Dweller
01
κάτοικος, κατοικητής
a person or animal that resides in a particular place or habitat
Παραδείγματα
Mountain dwellers have adapted to the high altitude and rugged terrain.
Οι κάτοικοι των βουνών έχουν προσαρμοστεί στο μεγάλο υψόμετρο και τον ανώμαλο έδαφος.
Λεξικό Δέντρο
indweller
dweller
dwell



























