Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Duel
01
μονομαχία
a prearranged fight with deadly weapons by two people (accompanied by seconds) in order to settle a quarrel over a point of honor
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
duels
02
μονομαχία, πάλη
any struggle between two skillful opponents (individuals or groups)
to duel
01
μονομαχώ, ανταγωνίζομαι σε μονομαχία
to engage in a combat or competition between two individuals
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
duel
γ΄ ενικό πρόσωπο
duels
ενεστώτα μετοχή
dueling
απλός αόριστος
dueled
παθητική μετοχή
dueled
Παραδείγματα
Rival magicians dueled in a magical contest, showcasing their mystical abilities.
Αντίπαλοι μάγοι μονομάχησαν σε ένα μαγικό διαγωνισμό, επιδεικνύοντας τις μυστικιστικές τους ικανότητες.



























