downtrodden
downt
ˈdaʊnt
dawnt
ro
ro
dden
dən
dēn
coloradansodden

Ορισμός και σημασία του "downtrodden"στα αγγλικά

downtrodden
01

καταπιεσμένος, καταδυναστευμένος

oppressed or treated unfairly, especially by those in power 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most downtrodden
συγκριτικός βαθμός
more downtrodden
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The downtrodden workers protested against unjust working conditions. 

Οι καταπιεσμένοι εργάτες διαμαρτυρήθηκαν ενάντια σε άδικες συνθήκες εργασίας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store