downhearted
down
ˈdaʊn
dawn
hear
ˌhɑ:
haa
ted
tɪd
tid

Ορισμός και σημασία του "downhearted"στα αγγλικά

downhearted
01

αποθαρρυμένος, θλιμμένος

feeling sad, discouraged, or low in spirits 
downhearted definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most downhearted
συγκριτικός βαθμός
more downhearted
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
emotion, psychology, mood
Παραδείγματα
After several failed attempts, she felt increasingly downhearted and ready to give up. 

Μετά από αρκετές αποτυχημένες προσπάθειες, αισθάνθηκε ολοένα και πιο αποθαρρυμένη και έτοιμη να τα παρατήσει.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

downheartedness
downhearted
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store