Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
downhearted
01
αποθαρρυμένος, θλιμμένος
feeling sad, discouraged, or low in spirits
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most downhearted
συγκριτικός βαθμός
more downhearted
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The team's poor performance left them downhearted, though they resolved to try harder.
Η κακή απόδοση της ομάδας τους άφησε αποθαρρυμένους, αν και αποφάσισαν να προσπαθήσουν περισσότερο.



























