doubtful
doubt
ˈdaʊt
dawt
ful
fəl
fēl

Ορισμός και σημασία του "doubtful"στα αγγλικά

01

αμφίβολος, αβέβαιος

(of a person) uncertain or hesitant about something 
doubtful definition and meaning
Παραδείγματα
He appeared doubtful about the reliability of the information he received. 

Φαινόταν αμφίβολος για την αξιοπιστία των πληροφοριών που έλαβε.

02

αμφίβολος, αβέβαιος

improbable or unlikely to happen or be the case 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most doubtful
συγκριτικός βαθμός
more doubtful
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Given the poor weather conditions, it's doubtful that the outdoor concert will take place as scheduled. 

Δεδομένων των κακών καιρικών συνθηκών, είναι αμφίβολο ότι η συναυλία σε ανοιχτό χώρο θα πραγματοποιηθεί όπως προγραμματίστηκε.

03

αμφίβολος, αβέβαιος

not clearly known or proven 
Παραδείγματα
The results of the experiment are doubtful due to inconsistent data. 

Τα αποτελέσματα του πειράματος είναι αμφίβολα λόγω ασυνεπών δεδομένων.

Λεξικό Δέντρο

doubtfully
doubtfulness
doubtful
doubt
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store