Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
doubtful
01
αμφίβολος, αβέβαιος
(of a person) uncertain or hesitant about something
Παραδείγματα
He appeared doubtful about the reliability of the information he received.
Φαινόταν αμφίβολος για την αξιοπιστία των πληροφοριών που έλαβε.
02
αμφίβολος, αβέβαιος
improbable or unlikely to happen or be the case
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most doubtful
συγκριτικός βαθμός
more doubtful
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Given the poor weather conditions, it's doubtful that the outdoor concert will take place as scheduled.
Δεδομένων των κακών καιρικών συνθηκών, είναι αμφίβολο ότι η συναυλία σε ανοιχτό χώρο θα πραγματοποιηθεί όπως προγραμματίστηκε.
Παραδείγματα
The results of the experiment are doubtful due to inconsistent data.
Τα αποτελέσματα του πειράματος είναι αμφίβολα λόγω ασυνεπών δεδομένων.
Λεξικό Δέντρο
doubtfully
doubtfulness
doubtful
doubt



























