doubled
doubled
'dʌbəld
dabēld
untroubled

Ορισμός και σημασία του "doubled"στα αγγλικά

01

διπλασιασμένος, διπλός

increased to twice the original size, amount, or degree 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most doubled
συγκριτικός βαθμός
more doubled
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The doubled budget allowed the project to expand significantly. 

Ο διπλασιασμένος προϋπολογισμός επέτρεψε στο έργο να επεκταθεί σημαντικά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store