to double-park
dou
ˈdʌ
da
ble
bəl
bēl
park
pɑ:k
paak

Ορισμός και σημασία του "double-park"στα αγγλικά

to double-park
01

παρκάρω διπλά, σταθμεύω δίπλα σε άλλο οχημένο

to park a vehicle alongside another parked vehicle 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
double-park
γ΄ ενικό πρόσωπο
double-parks
ενεστώτα μετοχή
double-parking
απλός αόριστος
double-parked
παθητική μετοχή
double-parked
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store