Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to dodge
01
αποφεύγω, ξεφεύγω
to intentionally avoid an issue or responsibility
Transitive: to dodge a responsibility or situation
Παραδείγματα
The manager skillfully dodged questions about the restructuring plan last week.
Ο διαχειριστής επιδέξια απέφυγε ερωτήσεις σχετικά με το σχέδιο αναδιάρθρωσης την περασμένη εβδομάδα.
02
αποφεύγω, ξεγελώ
to avoid someone or something by making a quick, sudden movement
Transitive: to dodge sb/sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
dodge
γ΄ ενικό πρόσωπο
dodges
ενεστώτα μετοχή
dodging
απλός αόριστος
dodged
παθητική μετοχή
dodged
Παραδείγματα
The car swerved to dodge a deer crossing the road unexpectedly.
Το αυτοκίνητο έκανε απότομη στροφή για να αποφύγει ένα ελάφι που διέσχιζε απροσδόκητα το δρόμο.
03
αποφεύγω, γλιτώνω
to move quickly to one side or out of the way in order to avoid something
Intransitive: to dodge | to dodge to a direction
Παραδείγματα
He quickly dodged to the side when the car skidded towards him.
Απέφυγε γρήγορα προς τα πλάγια όταν το αυτοκίνητο γλίστρησε προς αυτόν.
Dodge
01
αποφυγή, ξεφύγιμο
a quick evasive movement
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
dodges
02
προπαγάνδα, τέχνασμα
an elaborate or deceitful scheme contrived to deceive or evade
03
παραπομπή, κόλπο
a statement that evades the question by cleverness or trickery
04
αποφυγή, παραλλαγή
(lacrosse) a player's sudden and agile movement to evade defenders while carrying or receiving the ball
Παραδείγματα
Her dodge allowed her to break free from tight defense.
Κάθε αποφυγή της επέτρεψε να απελευθερωθεί από τη σφιχτή άμυνα.
Λεξικό Δέντρο
dodger
dodging
dodge



























