Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
dizzily
01
ζαλισμένα, με τρόπο που προκαλεί ζάλη
in a way that causes a sensation of spinning or loss of balance
Παραδείγματα
The boat rocked dizzily on the rough sea.
Η βάρκα κουνιόταν ζαλιστικά στον άγριο θάλασσα.
02
ζαλισμένα, με συγχυστικό τρόπο
in a confusing or rapid manner that overwhelms or unsettles
Παραδείγματα
The team 's fortunes changed dizzily after the new coach arrived.
Η τύχη της ομάδας άλλαξε ζαλιστικά μετά την άφιξη του νέου προπονητή.
Παραδείγματα
She dizzily admitted she had no idea what was going on.
Παρέδωσε ανόητα ότι δεν είχε ιδέα για το τι συνέβαινε.



























