divulgence
di
di
vul
ˈvʌl
val
gence
ʤəns
jēns
divergence

Ορισμός και σημασία του "divulgence"στα αγγλικά

01

αποκάλυψη, γνωστοποίηση

the action of revealing secret information to others 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The journalist faced ethical dilemmas when considering the divulgence of sensitive information. 

Ο δημοσιογράφος αντιμετώπισε ηθικά διλήμματα όταν εξέταζε την αποκάλυψη ευαίσθητων πληροφοριών.

Λεξικό Δέντρο

divulgence
divulge
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store