disturbing
dis
ˈdɪs
ντισ
tur
tɜr
τερρ
bing
bɪng
μπινγκ
/dɪˈstɜːbɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "disturbing"στα αγγλικά

disturbing
01

ανησυχητικός, ενοχλητικός

causing a strong feeling of worry or discomfort
disturbing definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most disturbing
συγκριτικός βαθμός
more disturbing
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The disturbing realization that someone had been stalking her sent chills down her spine.
Η αναστατωμένη συνειδητοποίηση ότι κάποιος την παρακολουθούσε της έκανε τη ράχη να παγώσει.

Λεξικό Δέντρο

disturbingly
disturbing
disturb
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store