disturbing
dis
ˈdɪs
ντισ
tur
tɜ:
τερ
bing
bɪng
μπινγκ
perturbingcurbing

Ορισμός και σημασία του "disturbing"στα αγγλικά

disturbing
01

ανησυχητικός, ενοχλητικός

causing a strong feeling of worry or discomfort 
disturbing definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most disturbing
συγκριτικός βαθμός
more disturbing
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
emotion, perception, evaluation
Παραδείγματα
The disturbing images in the horror movie lingered in her mind long after it ended. 

Οι ενοχλητικές εικόνες της ταινίας τρόμου παρέμειναν στο μυαλό της πολύ καιρό μετά το τέλος.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

disturbingly
disturbing
disturb
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store