to allow for
a
ə
ē
llow
ˈlaʊ
law
for
fɔ:
faw

Ορισμός και σημασία του "allow for"στα αγγλικά

to allow for
01

επιτρέπω, ανέχομαι

to accept a particular action or behavior 
to allow for definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
for
βασικό ρήμα
allow
ενεστώτας
allow for
γ΄ ενικό πρόσωπο
allows for
ενεστώτα μετοχή
allowing for
απλός αόριστος
allowed for
παθητική μετοχή
allowed for
Παραδείγματα
The teacher doesn't allow for talking during exams to maintain a fair testing environment. 

Ο δάσκαλος δεν επιτρέπει την ομιλία κατά τις εξετάσεις για να διατηρηθεί ένα δίκαιο περιβάλλον εξέτασης.

02

λαμβάνω υπόψη, προβλέπω

to consider a particular factor when planning or making arrangements 
Παραδείγματα
When planning the road trip, we need to allow for possible traffic delays. 

Κατά τον σχεδιασμό του δρομολογίου, πρέπει να λαμβάνουμε υπόψη πιθανές καθυστερήσεις από την κυκλοφορία.

03

προβλέπω, επιτρέπω

to provide enough space or time for a particular purpose or activity 
Παραδείγματα
The room layout should allow for comfortable seating and movement during the event. 

Η διάταξη του δωματίου θα πρέπει να επιτρέπει άνετη καθιστική θέση και κίνηση κατά τη διάρκεια της εκδήλωσης.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store