to allow for
Pronunciation
/ɐlˈaʊ fɔːɹ/

Ορισμός και σημασία του "allow for"στα αγγλικά

to allow for
[phrase form: allow]
01

επιτρέπω, ανέχομαι

to accept a particular action or behavior
to allow for definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
for
βασικό ρήμα
allow
ενεστώτας
allow for
γ΄ ενικό πρόσωπο
allows for
ενεστώτα μετοχή
allowing for
απλός αόριστος
allowed for
παθητική μετοχή
allowed for
Παραδείγματα
The park regulations allow for picnics and recreational activities, creating a welcoming space for families to enjoy outdoor leisure.
Οι κανονισμοί του πάρκου επιτρέπουν πικνίκ και ψυχαγωγικές δραστηριότητες, δημιουργώντας έναν φιλόξενο χώρο για τις οικογένειες να απολαμβάνουν την υπαίθρια αναψυχή.
02

λαμβάνω υπόψη, προβλέπω

to consider a particular factor when planning or making arrangements
Παραδείγματα
The budget should allow for unexpected expenses that may arise during the project.
Ο προϋπολογισμός θα πρέπει να προβλέπει απροσδόκητα έξοδα που μπορεί να προκύψουν κατά τη διάρκεια του έργου.
03

προβλέπω, επιτρέπω

to provide enough space or time for a particular purpose or activity
Παραδείγματα
The website layout should allow for white space to enhance readability and provide a clean, user-friendly interface for visitors.
Η διάταξη του ιστότοπου θα πρέπει να προβλέπει λευκό χώρο για να βελτιώσει την αναγνωσιμότητα και να παρέχει μια καθαρή, φιλική προς τον χρήστη διεπαφή για τους επισκέπτες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store