Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Allotment
01
οικόπεδο, αστικός κήπος
a small rentable plot of land that can be used for growing flowers, vegetables, etc.
Dialect
British
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
allotments
02
κατανομή, μερίδιο που διατίθεται για συγκεκριμένο σκοπό
a share set aside for a specific purpose
03
κατανομή, διανομή
the act of distributing by allotting or apportioning; distribution according to a plan



























