Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
distraught
01
συγκλονισμένος, κατεστραμμένος
very upset and overwhelmed with strong emotions like sadness, worry, or despair
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most distraught
συγκριτικός βαθμός
more distraught
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She was distraught with worry when her child did n't come home on time.
Ήταν εκτός εαυτής από ανησυχία όταν το παιδί της δεν γύρισε σπίτι εγκαίρως.



























