distraught
dist
ˈdɪst
ντιστ
raught
rɔt
ροτ
/dɪstɹˈɔːt/

Ορισμός και σημασία του "distraught"στα αγγλικά

distraught
01

συγκλονισμένος, κατεστραμμένος

very upset and overwhelmed with strong emotions like sadness, worry, or despair
distraught definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most distraught
συγκριτικός βαθμός
more distraught
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She was distraught with worry when her child did n't come home on time.
Ήταν εκτός εαυτής από ανησυχία όταν το παιδί της δεν γύρισε σπίτι εγκαίρως.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store