Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
dissatisfied
01
δυσαρεστημένος, απογοητευμένος
not pleased or happy with something, because it is not as good as one expected
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most dissatisfied
συγκριτικός βαθμός
more dissatisfied
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
emotion, evaluation, experience
Παραδείγματα
She was dissatisfied with the quality of service at the restaurant.
Ήταν δυσαρεστημένη με την ποιότητα της εξυπηρέτησης στο εστιατόριο.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
dissatisfied
satisfied
satisfy



























