Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to disseminate
01
διαδίδω, διασπείρω
to spread information, ideas, or knowledge to a wide audience
Transitive: to disseminate information or ideas
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
disseminate
γ΄ ενικό πρόσωπο
disseminates
ενεστώτα μετοχή
disseminating
απλός αόριστος
disseminated
παθητική μετοχή
disseminated
Παραδείγματα
Social media has become a powerful tool to disseminate news and information quickly.
Τα κοινωνικά δίκτυα έχουν γίνει ένα ισχυρό εργαλείο για την διάδοση ειδήσεων και πληροφοριών γρήγορα.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
dissemination
disseminative
disseminator
disseminate
dissemin



























