disquieting
disq
ˈdɪsk
ντισκ
uie
waɪə
ουαια
ting
tɪng
τινγκ
/dɪskwˈa‍ɪ‍ətɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "disquieting"στα αγγλικά

disquieting
01

ανησυχητικός, ταραγμένος

making one feel worried about something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most disquieting
συγκριτικός βαθμός
more disquieting
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The disquieting sight of the dark figure lurking in the shadows filled her with a sense of foreboding.
Η ανησυχητική εμφάνιση του σκοτεινού σχήματος που κρυβόταν στις σκιές τη γέμισε με μια αίσθηση προαίσθηματος.

Λεξικό Δέντρο

disquietingly
disquieting
disquiet
quiet
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store