Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
disquieting
01
ανησυχητικός, ταραγμένος
making one feel worried about something
Παραδείγματα
The disquieting sight of the dark figure lurking in the shadows filled her with a sense of foreboding.
Η ανησυχητική εμφάνιση του σκοτεινού σχήματος που κρυβόταν στις σκιές τη γέμισε με μια αίσθηση προαίσθηματος.
Λεξικό Δέντρο
disquietingly
disquieting
disquiet
quiet



























