Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to dispossess
01
αφαιρώ την ιδιοκτησία, απαλλοτριώνω
to take away someone's ownership of a property
Transitive: to dispossess sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
dispossess
γ΄ ενικό πρόσωπο
dispossesses
ενεστώτα μετοχή
dispossessing
απλός αόριστος
dispossessed
παθητική μετοχή
dispossessed
Παραδείγματα
In times of war, invading forces may dispossess individuals of their homes and lands.
Σε καιρούς πολέμου, οι εισβολικές δυνάμεις μπορούν να αποστερήσουν τα άτομα από τα σπίτια και τα εδάφη τους.
Λεξικό Δέντρο
dispossess
possess



























