Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
disorganized
01
ανοργάνωτος, χαοτικός
lacking structure and struggling to manage tasks and time efficiently
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most disorganized
συγκριτικός βαθμός
more disorganized
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Her disorganized approach to the project caused multiple delays.
Η αποδιοργανωμένη προσέγγισή της στο έργο προκάλεσε πολλές καθυστερήσεις.
Λεξικό Δέντρο
disorganized
organized
organize
organ



























