discursive
dis
ˈdɪs
dis
cur
kɜ:
sive
sɪv
siv
dispersive

Ορισμός και σημασία του "discursive"στα αγγλικά

discursive
01

διασυρμικός, ασυνάρτητος

deviating from a subject in a disorganized manner 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most discursive
συγκριτικός βαθμός
more discursive
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His discursive speech made it difficult for the audience to follow his main argument. 

Ο αποσπασματικός λόγος του έκανε δύσκολο για το κοινό να ακολουθήσει το κύριο επιχείρημά του.

02

διαλεκτικός, λογικός

using reason instead of intuition to achieve a conclusion 
Παραδείγματα
The discursive nature of his argument relied heavily on logical analysis rather than gut feelings. 

Η διαλεκτική φύση του επιχειρήματός του βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό στη λογική ανάλυση παρά στα ενστικτώδη αισθήματα.

03

διαλεκτικός, σχετικός με την ανταλλαγή ιδεών

relating to the exchange of ideas or information through conversation or written expression 
Παραδείγματα
The discursive nature of the seminar encouraged participants to share their viewpoints openly. 

Η διαλεκτική φύση του σεμιναρίου ενθάρρυνε τους συμμετέχοντες να μοιραστούν ανοιχτά τις απόψεις τους.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store