Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Disco
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
discos
Παραδείγματα
The disco was packed with people dancing to the latest hits.
Η ντισκοτέκ ήταν γεμάτη με ανθρώπους που χόρευαν στα τελευταία hits.
02
ντισκό, μουσική ντισκό
a style of dance music from the late 1970s with catchy melodies and a strong, consistent bass rhythm, created for dancing in nightclubs
Παραδείγματα
The DJ played classic disco tracks all night.
Ο DJ έπαιξε κλασικά κομμάτια disco όλη τη νύχτα.
to disco
01
χορεύω ντίσκο, ντισκορίζω
to dance energetically to disco music characterized by a strong beat and synthesized sound
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
disco
γ΄ ενικό πρόσωπο
discoes
ενεστώτα μετοχή
discoing
απλός αόριστος
discoed
παθητική μετοχή
discoed
Παραδείγματα
She discoes at the club every Friday night.
Αυτή ντισκο στο κλαμπ κάθε Παρασκευή βράδυ.



























