Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to disclose
01
αποκαλύπτω, αποκαλύπτω
to reveal something by uncovering it
Transitive: to disclose sth
Παραδείγματα
With a sense of anticipation, she slowly began to disclose the contents of the sealed envelope.
Με αίσθημα προσμονής, άρχισε σιγά-σιγά να αποκαλύπτει τα περιεχόμενα του σφραγισμένου φακέλου.
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
disclose
γ΄ ενικό πρόσωπο
discloses
ενεστώτα μετοχή
disclosing
απλός αόριστος
disclosed
παθητική μετοχή
disclosed
Παραδείγματα
The company was legally required to disclose its financial records to shareholders.
Η εταιρεία ήταν νομικά υποχρεωμένη να αποκαλύψει τα οικονομικά της αρχεία στους μετόχους.
Λεξικό Δέντρο
disclose
close



























