disciplinary
disc
ˈdɪs
dis
ip
ɪp
ip
li
li
na
ry
ri
ri

Ορισμός και σημασία του "disciplinary"στα αγγλικά

disciplinary
01

πειθαρχικός, ειδικευμένος

related to a specific branch of knowledge or academic field 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She completed a disciplinary study in the field of cognitive psychology. 

Ολοκλήρωσε μια πειθαρχική μελέτη στον τομέα της γνωστικής ψυχολογίας.

02

πειθαρχικός, σχετικός με την πειθαρχία

relating to discipline in behavior 
03

πειθαρχικός, διορθωτικός

relating to the enforcement of rules or the correction of behavior 
Παραδείγματα
The school implemented disciplinary measures to address student misconduct. 

Το σχολείο εφάρμοσε πειθαρχικά μέτρα για την αντιμετώπιση της παραβατικής συμπεριφοράς των μαθητών.

Λεξικό Δέντρο

multidisciplinary
disciplinary
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store