Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
disciplinary
01
πειθαρχικός, ειδικευμένος
related to a specific branch of knowledge or academic field
Παραδείγματα
The research paper was focused on a disciplinary approach to environmental science.
Η ερευνητική εργασία επικεντρώθηκε σε μια πειθαρχική προσέγγιση της περιβαλλοντικής επιστήμης.
02
πειθαρχικός, σχετικός με την πειθαρχία
relating to discipline in behavior
03
πειθαρχικός, διορθωτικός
relating to the enforcement of rules or the correction of behavior
Παραδείγματα
Effective disciplinary action aims to modify behavior and prevent future infractions.
Η αποτελεσματική πειθαρχική δράση στοχεύει στη τροποποίηση της συμπεριφοράς και στην πρόληψη μελλοντικών παραβάσεων.
Λεξικό Δέντρο
multidisciplinary
disciplinary



























