disciplinary
Pronunciation
/ˈdɪsəpɫəˌnɛɹi/

Ορισμός και σημασία του "disciplinary"στα αγγλικά

disciplinary
01

πειθαρχικός, ειδικευμένος

related to a specific branch of knowledge or academic field
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The research paper was focused on a disciplinary approach to environmental science.
Η ερευνητική εργασία επικεντρώθηκε σε μια πειθαρχική προσέγγιση της περιβαλλοντικής επιστήμης.
02

πειθαρχικός, σχετικός με την πειθαρχία

relating to discipline in behavior
03

πειθαρχικός, διορθωτικός

relating to the enforcement of rules or the correction of behavior
Παραδείγματα
Effective disciplinary action aims to modify behavior and prevent future infractions.
Η αποτελεσματική πειθαρχική δράση στοχεύει στη τροποποίηση της συμπεριφοράς και στην πρόληψη μελλοντικών παραβάσεων.

Λεξικό Δέντρο

multidisciplinary
disciplinary
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store