Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to disband
01
διαλύω, καταργώ
to stop operating as a group
Παραδείγματα
After decades of service, the volunteer group decided to disband, leaving behind a legacy of community support.
Μετά από δεκαετίες υπηρεσίας, η ομάδα εθελοντών αποφάσισε να διαλυθεί, αφήνοντας πίσω μια κληρονομιά κοινωνικής υποστήριξης.
02
διαλύω, καταργώ
to stop a group from operating or existing
Παραδείγματα
The union disbanded its regional branches, consolidating them into a national organization.
Η ένωση διέλυσε τις περιφερειακές της υποκαταστήματα, ενσωματώνοντάς τις σε μια εθνική οργάνωση.
Λεξικό Δέντρο
disbandment
disband
band



























