to disband
Pronunciation
/dɪsˈbænd/

Ορισμός και σημασία του "disband"στα αγγλικά

to disband
01

διαλύω, καταργώ

to stop operating as a group
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
disband
γ΄ ενικό πρόσωπο
disbands
ενεστώτα μετοχή
disbanding
απλός αόριστος
disbanded
παθητική μετοχή
disbanded
Παραδείγματα
After decades of service, the volunteer group decided to disband, leaving behind a legacy of community support.
Μετά από δεκαετίες υπηρεσίας, η ομάδα εθελοντών αποφάσισε να διαλυθεί, αφήνοντας πίσω μια κληρονομιά κοινωνικής υποστήριξης.
02

διαλύω, καταργώ

to stop a group from operating or existing
Παραδείγματα
The union disbanded its regional branches, consolidating them into a national organization.
Η ένωση διέλυσε τις περιφερειακές της υποκαταστήματα, ενσωματώνοντάς τις σε μια εθνική οργάνωση.

Λεξικό Δέντρο

disbandment
disband
band
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store