Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to disband
01
διαλύω, καταργώ
to stop operating as a group
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
disband
γ΄ ενικό πρόσωπο
disbands
ενεστώτα μετοχή
disbanding
απλός αόριστος
disbanded
παθητική μετοχή
disbanded
Παραδείγματα
Disbanding the task force was necessary after their mission was completed successfully.
Η διάλυση της ομάδας εργασίας ήταν απαραίτητη μετά την επιτυχή ολοκλήρωση της αποστολής τους.
02
διαλύω, καταργώ
to stop a group from operating or existing
Παραδείγματα
The company plans to disband the team due to changes in organizational structure.
Η εταιρεία σχεδιάζει να διαλύσει την ομάδα λόγω αλλαγών στην οργανωτική δομή.
Λεξικό Δέντρο
disbandment
disband
band



























