Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to disappear
01
εξαφανίζομαι, χάνομαι
to no longer be able to be seen
Intransitive
Παραδείγματα
The sun disappears below the horizon every evening.
Ο ήλιος εξαφανίζεται κάτω από τον ορίζοντα κάθε βράδυ.
02
εξαφανίζομαι, χάνομαι
to no longer be able be found or located, often leading to frustration
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
disappear
γ΄ ενικό πρόσωπο
disappears
ενεστώτα μετοχή
disappearing
απλός αόριστος
disappeared
παθητική μετοχή
disappeared
Παραδείγματα
Sarah disappeared from the party without saying goodbye, leaving her friends wondering where she went.
Η Σάρα εξαφανίστηκε από το πάρτι χωρίς να πει αντίο, αφήνοντας τους φίλους της να αναρωτιούνται πού πήγε.
03
εξαφανίζομαι, σβήνω
to no longer exist or be used
Intransitive
Παραδείγματα
Many old traditions have disappeared over time.
Πολλές παλιές παραδόσεις έχουν εξαφανιστεί με το πέρασμα του χρόνου.
04
ξεθωριάζω, εξαφανίζομαι
to slowly become less noticeable or intense until gone
Intransitive
Παραδείγματα
The sound of the music disappeared as they walked farther away.
Ο ήχος της μουσικής εξαφανίστηκε καθώς περπατούσαν μακρύτερα.
Λεξικό Δέντρο
disappear
appear



























