Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to disappear
01
εξαφανίζομαι, χάνομαι
to no longer be able to be seen
Intransitive
Παραδείγματα
The illusionist made the entire building disappear, leaving the audience in awe of the optical trick.
Ο ιλλουζιονίστας έκανε ολόκληρο το κτίριο να εξαφανιστεί, αφήνοντας το κοινό σε δέος με το οπτικό τρικ.
02
εξαφανίζομαι, χάνομαι
to no longer be able be found or located, often leading to frustration
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
disappear
γ΄ ενικό πρόσωπο
disappears
ενεστώτα μετοχή
disappearing
απλός αόριστος
disappeared
παθητική μετοχή
disappeared
Παραδείγματα
She disappeared without a trace, leaving everyone wondering where she had gone.
Εξαφανίστηκε χωρίς ίχνος, αφήνοντας όλους να αναρωτιούνται πού είχε πάει.
03
εξαφανίζομαι, σβήνω
to no longer exist or be used
Intransitive
Παραδείγματα
Old farming methods disappeared with modern machinery.
Οι παλιές μεθόδοι καλλιέργειας εξαφανίστηκαν με τα σύγχρονα μηχανήματα.
04
ξεθωριάζω, εξαφανίζομαι
to slowly become less noticeable or intense until gone
Intransitive
Παραδείγματα
Over time, the colors in the painting began to disappear.
Με το πέρασμα του χρόνου, τα χρώματα στη ζωγραφιά άρχισαν να εξαφανίζονται.
Λεξικό Δέντρο
disappear
appear



























