Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to disallow
01
απαγορεύω, απορρίπτω
to reject or forbid something officially
Transitive: to disallow sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
disallow
γ΄ ενικό πρόσωπο
disallows
ενεστώτα μετοχή
disallowing
απλός αόριστος
disallowed
παθητική μετοχή
disallowed
Παραδείγματα
The new law aims to disallow the sale of certain products to minors.
Ο νέος νόμος στοχεύει να απαγορεύσει την πώληση ορισμένων προϊόντων σε ανηλίκους.
Λεξικό Δέντρο
disallow
allow



























