to disallow
dis
dɪs
dis
a
ə
ē
llow
ˈlaʊ
law
mindanaodisavowsangfroidmacau

Ορισμός και σημασία του "disallow"στα αγγλικά

to disallow
01

απαγορεύω, απορρίπτω

to reject or forbid something officially 
Transitive: to disallow sth
to disallow definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
disallow
γ΄ ενικό πρόσωπο
disallows
ενεστώτα μετοχή
disallowing
απλός αόριστος
disallowed
παθητική μετοχή
disallowed
Παραδείγματα
The school administration decided to disallow cell phone usage during class hours. 

Η διοίκηση του σχολείου αποφάσισε να απαγορεύσει τη χρήση κινητών τηλεφώνων κατά τις ώρες μαθήματος.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

disallow
allow
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store