Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to disallow
01
απαγορεύω, απορρίπτω
to reject or forbid something officially
Transitive: to disallow sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
disallow
γ΄ ενικό πρόσωπο
disallows
ενεστώτα μετοχή
disallowing
απλός αόριστος
disallowed
παθητική μετοχή
disallowed
Παραδείγματα
The school administration decided to disallow cell phone usage during class hours.
Η διοίκηση του σχολείου αποφάσισε να απαγορεύσει τη χρήση κινητών τηλεφώνων κατά τις ώρες μαθήματος.
Λεξικό Δέντρο
disallow
allow



























