Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to disagree with
01
διαφωνώ με, έχω διαφορετική άποψη από
to hold or express a different opinion, viewpoint, or belief than someone else
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
with
βασικό ρήμα
disagree
ενεστώτας
disagree with
γ΄ ενικό πρόσωπο
disagrees with
ενεστώτα μετοχή
disagreeing with
απλός αόριστος
disagreed with
παθητική μετοχή
disagreed with
Παραδείγματα
Despite their close friendship, they occasionally disagree with each other on certain political issues.
Παρά την στενή φιλία τους, μερικές φορές διαφωνούν με ο ένας τον άλλον σε ορισμένα πολιτικά ζητήματα.



























