Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to disagree with
[phrase form: disagree]
01
διαφωνώ με, έχω διαφορετική άποψη από
to hold or express a different opinion, viewpoint, or belief than someone else
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
with
βασικό ρήμα
disagree
ενεστώτας
disagree with
γ΄ ενικό πρόσωπο
disagrees with
ενεστώτα μετοχή
disagreeing with
απλός αόριστος
disagreed with
παθητική μετοχή
disagreed with
Παραδείγματα
It 's important to create an environment where employees feel comfortable disagreeing with management decisions for the sake of constructive dialogue.
Είναι σημαντικό να δημιουργηθεί ένα περιβάλλον όπου οι εργαζόμενοι αισθάνονται άνετα να διαφωνούν με τις αποφάσεις της διοίκησης για χάρη του εποικοδομητικού διαλόγου.



























