Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
dirty
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
dirtiest
συγκριτικός βαθμός
dirtier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He had a dirty face after playing in the mud.
Είχε ένα βρώμικο πρόσωπο αφού έπαιξε στη λάσπη.
Παραδείγματα
His dirty jokes were not appreciated at the formal event.
Τα αισχρά αστεία του δεν εκτιμήθηκαν στην επίσημη εκδήλωση.
03
βρώμικος, εξοργιστικός
vile; despicable
04
βρώμικος, μολυσμένος
spreading pollution or contamination; especially radioactive contamination
05
βρώμικος, ανέντιμος
unethical or dishonest
06
βρώμικος, κακόβουλος
expressing or revealing hostility or dislike
07
βρώμικος, αποκτηθείς παράνομα ή με ακατάλληλα μέσα
obtained illegally or by improper means
08
βρώμικος, κηλιδωμένος
(of a manuscript) defaced with changes
09
βρώμικος, θαμπός
(of color) discolored by impurities; not bright and clear
10
βρώμικος, μολυσμένος
contaminated with infecting organisms
11
βρώμικος, θυελλώδης
unpleasantly stormy
12
βρώμικος, ανέντιμος
violating accepted standards or rules
to dirty
01
βρωμίζω, λεκιάζω
make soiled, filthy, or dirty
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
dirty
γ΄ ενικό πρόσωπο
dirties
ενεστώτα μετοχή
dirtying
απλός αόριστος
dirtied
παθητική μετοχή
dirtied
Λεξικό Δέντρο
dirtily
dirtiness
dirty
dirt



























