Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
filthy
01
βρώμικος, ακάθαρτος
very dirty, especially because of being covered with dirt, dust, or harmful substances
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
filthiest
συγκριτικός βαθμός
filthier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The kitchen floor was filthy, with food crumbs and spills covering its surface.
Το πάτωμα της κουζίνας ήταν βρώμικο, με ψίχουλα φαγητού και χυμένα υγρά να καλύπτουν την επιφάνειά του.
02
αισχρός, ανήθικος
characterized by obscenity
03
αηδιαστικός, βρόμικος
morally disgusting or extremely unpleasant
Παραδείγματα
The criminal's filthy actions horrified the community.
Οι βρώμικες πράξεις του εγκληματία τρόμαξαν την κοινότητα.
04
έξαλλος, θυμωμένος
(Australian) extremely angry, upset, or annoyed
αργκό
Παραδείγματα
He was filthy when he missed the train.
Ήταν έξαλλος όταν έχασε το τρένο.
Λεξικό Δέντρο
filthily
filthiness
filthy
filth



























