dirtbag
dirt
ˈdɜ:t
dēt
bag
bæg
bāg

Ορισμός και σημασία του "dirtbag"στα αγγλικά

01

σκουπίδι, αχρείος

a person regarded as filthy, morally vile, or contemptible 
dirtbag definition and meaning
προσβλητικό
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
dirtbags
Παραδείγματα
That dirtbag stole my wallet and ran. 

Αυτός ο βρωμιάρης έκλεψε το πορτοφόλι μου και έφυγε τρέχοντας.

02

ατημέλητος, ακατάστατος

a person with a very messy appearance 
Παραδείγματα
He looked like a total dirtbag after the weekend camping trip. 

Έμοιαζε με έναν βρωμιάρη μετά το σαββατοκύριακο κάμπινγκ.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store