to dilute
di
daɪ
dai
lute
ˈlju:t
lyoot
dilate

Ορισμός και σημασία του "dilute"στα αγγλικά

to dilute
01

αραιώνω, εξασθενίζω

to make a solution or mixture weaker or less concentrated by adding more liquid 
Transitive: to dilute a solution or mixture
to dilute definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
dilute
γ΄ ενικό πρόσωπο
dilutes
ενεστώτα μετοχή
diluting
απλός αόριστος
diluted
παθητική μετοχή
diluted
Παραδείγματα
To make it more palatable, you can dilute the juice with water. 

Για να το κάνετε πιο ευχάριστο, μπορείτε να αραιώσετε τον χυμό με νερό.

02

αραιώνω, ελαφρύνω

to make something less forceful, potent, or intense by adding additional elements or substances 
Transitive: to dilute an abstract entity or quality
Παραδείγματα
The teacher suggested adding more examples to dilute the complex theory and make it more understandable for the students. 

Ο δάσκαλος πρότεινε να προστεθούν περισσότερα παραδείγματα για να αραιώσει τη σύνθετη θεωρία και να την κάνει πιο κατανοητή για τους μαθητές.

01

αραιωμένος, εξασθενημένος

made thinner or weaker in strength, concentration, or purity 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most dilute
συγκριτικός βαθμός
more dilute
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The chemist used a dilute solution of acid for safety. 

Ο χημικός χρησιμοποίησε ένα αραιωμένο διάλυμα οξέος για ασφάλεια.

Λεξικό Δέντρο

diluted
dilution
dilute
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store