detrimental
Pronunciation
/ˌdɛtɹəˈmɛnəɫ/, /ˌdɛtɹəˈmɛntəɫ/

Ορισμός και σημασία του "detrimental"στα αγγλικά

detrimental
01

βλαβερός, επιβλαβής

causing harm or damage
detrimental definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most detrimental
συγκριτικός βαθμός
more detrimental
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Negative self-talk can be detrimental to mental health and self-esteem.
Ο αρνητικός εσωτερικός διάλογος μπορεί να είναι βλαβερός για την ψυχική υγεία και την αυτοεκτίμηση.

Λεξικό Δέντρο

detrimentally
detrimental
detriment
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store