detrimental
det
ˌdɛt
ντετ
ri
rɪ
ρι
mental
ˈmɛntl
μεντλ
fundamentalcontinentaldepartmentalaccidental

Ορισμός και σημασία του "detrimental"στα αγγλικά

detrimental
01

βλαβερός, επιβλαβής

causing harm or damage 
detrimental definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most detrimental
συγκριτικός βαθμός
more detrimental
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
health, effect, consequence
Παραδείγματα
Smoking is detrimental to your health, increasing the risk of lung cancer and heart disease. 

Το κάπνισμα είναι βλαβερό για την υγεία σας, αυξάνοντας τον κίνδυνο καρκίνου του πνεύμονα και καρδιακών παθήσεων.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

detrimentally
detrimental
detriment
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store