Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Detraction
01
δυσφήμηση, υποτίμηση
the act of diminishing the value or reputation of someone or something by criticism or disparagement
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
detractions
Παραδείγματα
The constant detraction from her achievements made it hard for her to feel confident.
Η συνεχής υποτίμηση των επιτευγμάτων της της έκανε δύσκολο να αισθανθεί σίγουρη.
02
αφαίρεση, έκπτωση
the act of taking away a part from a whole
παλαιά χρήση
Παραδείγματα
The mathematical detraction of these values led to the correct total.
Η μαθηματική αφαίρεση αυτών των τιμών οδήγησε στο σωστό σύνολο.
Λεξικό Δέντρο
detraction
traction
tract



























