Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
detachable
01
αποσπώμενος, διαχωρίσιμος
capable of being separated or removed from the main structure or component
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most detachable
συγκριτικός βαθμός
more detachable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The detachable handle on the skillet makes it easy to store in tight spaces.
Η αφαιρούμενη λαβή του τηγανιού διευκολύνει την αποθήκευση σε στενούς χώρους.
Λεξικό Δέντρο
detachable
detach



























