desuetude
des
ˈdɛs
des
ue
vi
tude
tju:d
tyood

Ορισμός και σημασία του "desuetude"στα αγγλικά

01

αχρηστία, παράλειψη

the state of disuse or neglect, often resulting in the abandonment or cessation of a practice, custom, or law 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The old mansion fell into desuetude after years of neglect, its once-grand halls now empty and decrepit. 

Το παλιό αρχοντικό έπεσε σε αχρηστία μετά από χρόνια παραμέλησης, οι κάποτε μεγαλοπρεπείς αίθουσές του τώρα άδειες και ερειπωμένες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store