Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Desuetude
01
αχρηστία, παράλειψη
the state of disuse or neglect, often resulting in the abandonment or cessation of a practice, custom, or law
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The old mansion fell into desuetude after years of neglect, its once-grand halls now empty and decrepit.
Το παλιό αρχοντικό έπεσε σε αχρηστία μετά από χρόνια παραμέλησης, οι κάποτε μεγαλοπρεπείς αίθουσές του τώρα άδειες και ερειπωμένες.



























