Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
destructively
01
καταστροφικά, με την πρόθεση να προκαλέσει βλάβη
with the intent of causing harm
Παραδείγματα
The construction project proceeded destructively, causing disruption to the local ecosystem and natural habitats.
Το έργο κατασκευής προχώρησε καταστροφικά, προκαλώντας διαταραχή στο τοπικό οικοσύστημα και τους φυσικούς βιότοπους.
Λεξικό Δέντρο
destructively
destructive
destruct
destroy



























