Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
alienated
01
αποξενωμένος, απομονωμένος
feeling isolated, disconnected, or distant from others or from society as a whole
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most alienated
συγκριτικός βαθμός
more alienated
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The novel explores themes of alienation and the struggle to connect with others.
Το μυθιστόρημα εξερευνά θέματα αλλοτρίωσης και του αγώνα για σύνδεση με τους άλλους.
02
αλλοτριωμένος, απομονωμένος
caused to be unloved
Λεξικό Δέντρο
alienated
alienate
alien



























