alienated
a
ˈeɪ
ei
lie
liə
liē
na
ˌneɪ
nei
ted
tɪd
tid

Ορισμός και σημασία του "alienated"στα αγγλικά

01

αποξενωμένος, απομονωμένος

feeling isolated, disconnected, or distant from others or from society as a whole 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most alienated
συγκριτικός βαθμός
more alienated
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
After the move to a different city, she felt alienated from her old friends. 

Μετά τη μετακόμιση σε μια διαφορετική πόλη, αισθάνθηκε αποξενωμένη από τους παλιούς της φίλους.

02

αλλοτριωμένος, απομονωμένος

caused to be unloved 

Λεξικό Δέντρο

alienated
alienate
alien
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store