Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
derisively
01
χλευαστικά, με περιφρόνηση
in a manner that shows contempt or ridicule
Παραδείγματα
The audience derisively booed the magician when the trick failed.
Το ακροατήριο γιούχαρε χλευαστικά τον μάγο όταν το τρικ απέτυχε.
Λεξικό Δέντρο
derisively
derisive
deris



























