Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
deregulatory
01
απορρυθμιστικός, σχετικός με την απορρύθμιση
relating to the removal or reduction of governmental power or regulations from an industry, commodity, etc.
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
government, policy, economics
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
deregulatory
regulatory
regulate
regul



























