Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to deride
01
χλευάζω, γελώ με
to insult or make fun of someone as if they are stupid or worthless
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
deride
γ΄ ενικό πρόσωπο
derides
ενεστώτα μετοχή
deriding
απλός αόριστος
derided
παθητική μετοχή
derided
Παραδείγματα
She was hurt when her own family began to deride her decision to drop out of law school and pursue music.
Πληγώθηκε όταν η ίδια της η οικογένεια άρχισε να χλευάζει την απόφασή της να εγκαταλείψει τη νομική σχολή και να ακολουθήσει τη μουσική.



























