to deride
Pronunciation
/dɪˈɹaɪd/

Ορισμός και σημασία του "deride"στα αγγλικά

to deride
01

χλευάζω, γελώ με

to insult or make fun of someone as if they are stupid or worthless
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
deride
γ΄ ενικό πρόσωπο
derides
ενεστώτα μετοχή
deriding
απλός αόριστος
derided
παθητική μετοχή
derided
Παραδείγματα
He derides anyone who disagrees with his opinion on social media.
Αυτός χλευάζει όποιον διαφωνεί με την άποψή του στα κοινωνικά δίκτυα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store