Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to deride
01
χλευάζω, γελώ με
to insult or make fun of someone as if they are stupid or worthless
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
deride
γ΄ ενικό πρόσωπο
derides
ενεστώτα μετοχή
deriding
απλός αόριστος
derided
παθητική μετοχή
derided
Παραδείγματα
He derides anyone who disagrees with his opinion on social media.
Αυτός χλευάζει όποιον διαφωνεί με την άποψή του στα κοινωνικά δίκτυα.



























