to ridicule
Pronunciation
/ˈɹɪdəkˌjuɫ/

Ορισμός και σημασία του "ridicule"στα αγγλικά

to ridicule
01

γελοιοποιώ, χλευάζω

to make fun of someone or something
Transitive: to ridicule sb/sth
to ridicule definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
ridicule
γ΄ ενικό πρόσωπο
ridicules
ενεστώτα μετοχή
ridiculing
απλός αόριστος
ridiculed
παθητική μετοχή
ridiculed
Παραδείγματα
It is crucial that educators do not ridicule students for asking questions.
Είναι κρίσιμο οι εκπαιδευτικοί να μην χλευάζουν τους μαθητές για τις ερωτήσεις τους.
01

γελοιοποίηση, χλευασμός

language or behavior intended to mock or humiliate
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02

γελοιοποίηση, χλευασμός

the act of deriding or treating with contempt
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store