to ridicule
ri
ˈrɪ
ri
di
di
cule
kju:l
kyool

Ορισμός και σημασία του "ridicule"στα αγγλικά

to ridicule
01

γελοιοποιώ, χλευάζω

to make fun of someone or something 
Transitive: to ridicule sb/sth
to ridicule definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
ridicule
γ΄ ενικό πρόσωπο
ridicules
ενεστώτα μετοχή
ridiculing
απλός αόριστος
ridiculed
παθητική μετοχή
ridiculed
Παραδείγματα
The comedian often ridicules societal norms in his stand-up routines. 

Ο κωμικός συχνά χλευάζει τις κοινωνικές νόρμες στις stand-up εμφανίσεις του.

01

γελοιοποίηση, χλευασμός

language or behavior intended to mock or humiliate 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
ridicules
02

γελοιοποίηση, χλευασμός

the act of deriding or treating with contempt 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store