Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to deplore
01
καταδικάζω, θρηνοώ
to openly and strongly disapprove or condemn something
Transitive: to deplore sth
Παραδείγματα
The city council deplored the rise in vandalism and called for community intervention.
Το δημοτικό συμβούλιο κατήγγειλε την αύξηση της βανδαλισμού και ζήτησε την παρέμβαση της κοινότητας.
02
θρηνώ, μετανιώνω βαθιά
to feel deep and sincere regret or sadness about a situation, event, or outcome
Transitive: to deplore an action or situation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
deplore
γ΄ ενικό πρόσωπο
deplores
ενεστώτα μετοχή
deploring
απλός αόριστος
deplored
παθητική μετοχή
deplored
Παραδείγματα
After the heated argument, he deplored not choosing his words more carefully.
Μετά τον έντονο καβγά, μετάνιωσε που δεν επέλεξε τα λόγια του πιο προσεκτικά.
Λεξικό Δέντρο
deplorable
deplore



























